Χαλέπιος ή βρουτία;

Χαλέπιος ή βρουτία;

Στις 9 Ιουνίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Αρχείων. Για πολλούς και διάφορους λόγους. Στην Ελλάδα φέτος η Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία (ΕΑΕ), ο επιστημονικός φορέας των Ελλήνων αρχειονόμων, οργάνωσε στις 8 Ιουνίου μια διαδικτυακή εκδήλωση για να τιμήσει την ημέρα αυτή. Στην εκδήλωση, που μπορεί κάποιος να βρει στην ιστοσελίδα της εταιρείας (www.eae.org.gr) παρουσιάστηκε το νέο επιστημονικό περιοδικό της ΕΑΕ με τίτλο Folio. Ταυτόχρονα η ΕΑΕ εγκαινίασε μια σειρά podcast με θέμα τα αρχεία, το πρώτο επεισόδιο της οποίας μπορείτε να ακούσετε εδώ. Κινήσεις σαν αυτές συμβάλουν σημαντικά στην ανάπτυξη της αρχειακής κουλτούρας και κάνουν πιο ορατά τα αρχεία και τους ανθρώπους τους. Τα συγχαρητήρια μας στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΑΕ.

Ένας από τους λόγους που καθιερώθηκε η μέρα αυτή από το Διεθνές Συμβούλιο Αρχείων (International Council on Archives) είναι για αναδειχθεί ο πλούτος των αρχείων. Ένας πλούτος που τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο έχει γίνει διαφορετικός, συμπεριληπτικός, πολυδιάστατος και ίσως πιο ανατρεπτικός. Η ιστοριογραφία, με την αλλαγή της ματιάς της που πλέον κοιτάζει πέρα από τις λεγόμενες μεγάλες αφηγήσεις, αλλά και πλήθος άλλων επιστημονικών πεδίων που έχουν στραφεί στα αρχεία, άλλαξαν τις αρχειακές αναζητήσεις και τις αρχειακές διαθεσιμότητες. Δεν συγκεντρώνουμε πλέον μόνο τα αρχεία των «μεγάλων ανδρών». Δεν μας ενδιαφέρει μόνο η αφήγηση των κρατικών θεσμών. Μας ενδιαφέρει το εφήμερο και το κοινωνικό. Το διαφορετικό και το λησμονημένο.

Αφήστε μας να είμαστε λίγο περήφανοι γιατί στο ΕΛΙΑ από νωρίς και χάρη στη διορατικότητα του Μάνου Χαριτάτου και την αγάπη του για κάθε μικρό χαρτάκι αποκτήσαμε μια ταυτότητα που αγκαλιάζει αυτόν τον αρχειακό πλούτο. Αγαπήσαμε το μείζον αλλά και το έλασσον, το καθιερωμένο αλλά και το περιθωριακό, το αναμενόμενο αλλά και το απροσδόκητο.

Πριν από λίγες ημέρες ολοκλήρωσα την περιγραφή του αρχείου της οικογένειας Παπαϊωάννου. Ένα από τα πρώτα αρχεία που αποκτήσαμε στο ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης μετά από δωρεά του Ηρακλή Μαστρογιαννάκη. Την περιγραφή του αρχείου μπορείτε να τη βρείτε εδώ. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου σχετίζεται με δικαστικές διαμάχες του Ιωάννη Παπαϊωάννου, καθηγητή Δασολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Περιέχει ακόμη πρακτικά συνελεύσεων της Γεωπονικής και Δασολογικής Σχολής του ίδιου πανεπιστημίου. Δεν ξέρω πόσοι ερευνητές θα ασχοληθούν με την ιστορία της συγκεκριμένης σχολής. Σπάνια οι ερευνητές των θετικών επιστημών, τουλάχιστον στη χώρα μας, πηγαίνουν στα αρχεία. Όμως είναι σημαντικό που το αρχείο υπάρχει.

Ταξινομώντας την αλληλογραφία του Ι. Παπαϊωάννου (αριστερά στην φωτογραφία στο δάσος Στροφιλιάς στη βορειοδυτική Πελοπόννησο το 1940), έπεσα σε μια σειρά επιστολών των ετών 1935 και 1936 από διάφορα μέρη της Ελλάδας, οι οποίες μου τράβηξαν το ενδιαφέρον. Οι επιστολές απαντούσαν σε επιστολή του Παπαϊωάννου με την οποία ζητούσε από δασάρχες και υπαλλήλους δασαρχείων, προέδρους κοινοτήτων, χωροφύλακες και άλλους ανθρώπους πληροφορίες σχετικά με τα δάση πεύκης στην περιοχή τους. Την ιστορία της δασολογίας στην χώρα δεν την ξέρω, για να γνωρίζω αν οι επιστολές αυτές κομίζουν κάτι πολύ σημαντικό στην μέχρι τότε έρευνα. Ξέρω όμως ότι ο Παπαϊωάννου ασχολήθηκε ερευνητικά τόσο με τα δάση πεύκης όσο και με τη ρητίνευσή τους. Για την οποία, στο ίδιο αρχείο περιέχονται σχετικές φωτογραφίες. Φωτογραφίες με τομές δένδρων και τεκμηρίωση για την τεχνική ρητίνευσης και φωτογραφίες με τους ρητινεργάτες. Για αυτούς θα επανέλθω.

Τυπική μορφή κουκουναριάς (Pinus pinea) στη θέση Κουνουπέλι του δάσους Στροφιλιάς το 1940.

Οι επιστολογράφοι απαντούν στον δασολόγο δίνοντας πληροφορίες για το αν υπάρχουν δάση πεύκης στην περιοχή τους, για το είδος της πεύκης, για το υψόμετρο που αυτά φύονται, για το αν είναι αυτοφυή ή όχι, για το είδος του εδάφους για την υπόλοιπη χλωρίδα των δασών. Κάποιοι στέλνουν σπόρους, κουκουνάρια ή πευκοβελόνες. Κάποιοι ενημερώνουν τον Παπαϊωάννου ότι δεν υπάρχουν δάση πεύκης και ότι οι πληροφορίες που είχε ήταν λανθασμένες. Άλλοι σχεδιάζουν μικρούς αυτοσχέδιους χάρτες. Το πλήθος των απαντήσεων και η η ποιότητα των πληροφοριών είναι τέτοιες που νομίζουμε ότι είναι επαρκείς για μια πρώτη χαρτογράφηση του θέματος. Άλλωστε η εποχή των επιστολών είναι κρίσιμη. Από το 1936 το καθεστώς Μεταξά θα αλλάξει αρκετά το δασικό χάρτη της χώρας με την πολιτική εκτεταμένης δενδροφύτευσης και αναδάσωσης, στην οποία θα δώσει πρόσθετη συμβολική και προπαγανδιστική αξία. Πολλές από αυτές τις δενδροφυτεύσεις έγιναν με δέντρα κωνοφόρα και κυρίως πεύκα (π.χ. περιαστικό δάσος Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη).

85 χρόνια μετά, άλλα δάση κάηκαν και αναγεννήθηκαν, άλλα κάηκαν ή καταστράφηκαν, άλλα αναπτύχθηκαν. Η διάδραση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος δεν είναι γραμμική και χρήζει περαιτέρω διερεύνησης, ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Η μελέτη και η ερμηνεία των περιβαλλοντικών αλλαγών αλλά και οι στάσεις και νοοτροπίες προς το φυσικό περιβάλλον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την περιβαλλοντική ιστορία, έναν όχι τόσο ανεπτυγμένο κλάδο της ιστοριογραφίας στην Ελλάδα. Αλλά ενδιαφέρουν εξίσου την κοινωνική ιστορία, την ιστορία των νοοτροπιών και προφανώς την τοπική ιστορία.

Ας πάμε όμως στα τεκμήρια.

Από τη Βαμβακού Λακεδαίμονος ο πρόεδρος της Κοινότητας Αναστάσιος Κεχαγιάς πληροφορεί στις 29 Ιανουαρίου 1936 ότι η πεύκη φύεται σε εκτάσεις πολλών χιλιάδων στρεμμάτων και σε διάφορες θέσεις. Είναι αυτοφυής και φύεται σε ασβεστολιθικά εδάφη μαζί με πουρνάρια, αφάνες και έλατα. Το 1930 ξέσπασε πυρκαγιά που κράτησε 13 ημέρες και έκαψε χιλιάδες στρέμματα. Και συνεχίζει γράφοντας ότι το κράτος δεν έχει καμία πρόνοια για τα δάση, τα οποία χαρακτηρίζει πλούτο ανεκμετάλλευτο. Γράφει : «μόλις τυχόν γίνονται πυρκαϊαί τότε ενθυμούνται τα δάση και όλο υπόσχονται να κάνουν αμαξιτούς δρόμους αντιπυρικάς ζώνας και λοιπά αλλά δυστυχώς τίποτα, μας χορταίνουν μόνον με τας υποσχέσεις και τα λόγια των». Και συμπληρώνει στο υστερόγραφο: «Ως βλέπετε και στην σφραγίδαν της κοινότητος μας έχουμε ως σήμα την πεύκην».

Άγιος Κήρυκoς Ικαρίας στις 18 Ιουνίου 1935. Ο Ι. Παπαθανασίου, υπάλληλος του τοπικού Δασονομείου γράφει ότι στην περιοχή τους φύονται 8000 στρέμματα δασικής πεύκης, βρουτίας και λαρικοειδούς. Η βρουτία πεύκη (Pinus brutia ή τραχεία πεύκη) είναι ιθαγενές είδος της ανατολικής περιοχής της Μεσογείου και απαντάται από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 600 ή τα 1200 μέτρα υψόμετρο στις πιο νότιες περιοχές. Σχετίζεται στενά με την χαλέπιο πεύκη (Pinus halepensis ή κοινό πεύκο) και ορισμένοι τη θεωρούν υποείδος της. Για περισσότερα εδώ. Η λαρικοειδής πεύκη (εκτεταμένη ονομασία την εποχή εκείνη αλλά όχι τόσο κοινή σήμερα) είναι μάλλον υποείδος της μαύρης πεύκης (Pinus nigra) που απαντάται σε μεγάλο υψόμετρο κυρίως στα δάση της ηπειρωτικής Ελλάδας και σε κάποια νησιά του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου. Ο Παπαθανασίου δίνει ακόμη στοιχεία για τη ρητίνευση των δασών σημειώνοντας ότι η «ποιότητα της ρητίνης είνε καλή και σχεδόν η ίδια με της Χαλεπίου πεύκης».

fvbhxcv

Εδώ ο δασονόμος Αιγιαλείας γράφει ότι στην περιοχή του υπάρχουν 120.000 στρέμματα χαλεπίου πεύκης. Η χαλέπιος πεύκη απαντάται σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας (Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Κρήτη, Εύβοια, Χαλκιδική, νησιά Αιγαίου και Ιονίου)  είναι αυτή που κατά βάση ρητινεύεται και είναι αυτή που αναγεννιέται μετά από πυρκαγιά.

Στη Θάσο σύμφωνα με την παραπάνω επιστολή της 16 Ιουνίου 1935 συνυπάρχουν σε διαφορετικά υψόμετρα η τραχεία (αλλιώς θασίτικη, σε χαμηλότερα υψόμετρα) και η λαρικοειδής (σε μεγαλύτερα υψόμετρα). Ο συντάκτης αφού παρουσιάσει τα άλλα είδη χλωρίδας που φύονται στα πευκοδάση δίνει στοιχεία για τόσο για την ξύλευση όσο και για τη ρητίνευσή τους. Σημειώνουμε ότι σημειώνει ότι η τραχεία πεύκη του νησιού (ο ίδιος την αναφέρει ως χαλέπιο) έχει προσβληθεί από το μελιτογόνο κοκκοειδές Marchalina Hellenica, το οποίο είναι αυτό που προκαλεί τη βαμβακίαση και το μελίτωμα του πεύκου. Για το λόγο αυτό η μελισσοκομία στο νησί έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα. Ακόμη γράφει ότι η θασίτικη πεύκη λόγω των προτερημάτων της έχει προτιμηθεί για την αναδάσωση της Ελλάδας. Στο τέλος παραθέτει ένα λεπτομερή χάρτη με την εξάπλωση της πεύκης στο νησί.

Παρόμοιους χάρτες συναντήσαμε αρκετούς.

Εδώ από την περιοχής της Πρέβεζας

Από την περιοχή της Λίμνης Εύβοιας.

Από την περιοχή της Αλεξανδρούπολης.

Από την περιοχή της νοτιοανατολικής Χαλκιδικής.

15 περίπου χρόνια μετά ο Παπαΐωάννου κάνει συστηματική επιτόπια έρευνα για τη ρητίνευση στην Ελλάδα. Φωτογραφίζει ρητινεργάτες και τις τομές τους στα πεύκα. Τις δεύτερες με σκοπούς να μελετήσει τις διαφορετικές τεχνικές. Οι ρητινεργάτες ήταν για πάρα πολλά χρόνια, οι φύλακες των πευκοδασών στην Ελλάδα καθώς η ζωή τους ήταν άμεσα συνδεδεμένη με αυτά. Ζούσαν από το δάσος. Ζούσαν με το δάσος. Η ανακάλυψη νέων τεχνιτών ρητινών μείωσε τη ζήτηση για τη ρητίνη του πεύκου με αποτέλεσμα τη σταδιακή εγκατάλειψη του επαγγέλματος.

Το καλοκαίρι έφτασε. Τα πεύκα θα είναι ολόγυρά μας. Μας προσφέρουν ένα πλήθος υλικών και άυλων. Ας δώσουμε ένα λεπτό του χρόνου μας να σκεφτούμε τη σχέση μας μαζί τους.

Ευχαριστώ για την ανάγνωση.

Γιώργος Κουμαρίδης

Υ.γ Για όλα τα είδη πεύκης στην Ελλάδα εδώ.

Τυπώνοντας στη Θεσσαλονίκη

Τυπώνοντας στη Θεσσαλονίκη

H google τίμησε πριν από λίγες μέρες με το παρακάτω σχέδιο, σκαρίφημα ή καλικατζούρα (doodle) τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο (1400-1468), Γερμανό σιδηρουργό, χρυσοχόο, τυπογράφο και εκδότη. Ο Γουτεμβέργιος αν και δεν ήταν ο πρώτος που εφηύρε τη μηχανική εκτύπωση με κινητά στοιχεία θεωρείται ο κύριος θεμελιωτής της τυπογραφίας. Περιττό να μιλήσουμε για την αξία της τεχνολογικής αυτής εξέλιξης η οποία επέτρεψε τη μαζική εκτύπωση βιβλίων. Θα έρθουμε όμως στα καθ΄ ημάς, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, για να κάνουμε μια μικρή περιδιάβαση στους επαγγελματικούς απογόνους του τιμώμενου Ιωάννη.

Το υλικό που θα παρουσιάσουμε έχει κυρίως εικονογραφικό και καταγραφικό ενδιαφέρον. Είναι ένα υλικό που συλλέξαμε, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο συστηματικά, στο πέρασμα του χρόνου. Μέρος του υλικού αυτού (ονόματα τυπογράφων, διευθύνσεις, χρονολογίες λειτουργίας ή ίδρυσης) είχαν συγκεντρωθεί παλιότερα από τη Φιόνα Ζάκκα στο πλαίσιο μια έρευνας του ΕΛΙΑ για τις επιχειρήσεις του ελληνικού βιβλίου στην Ελλάδα και στις κοινότητες της διασποράς. Εμείς ψάξαμε κι άλλο και συγκεντρώσαμε υλικό, κυρίως, από τα αρχεία μας και από τοπικούς οδηγούς. Αξίζει νομίζουμε να θυμηθούμε, έστω και καταγραφικά, ορισμένους από τους τεχνίτες και τις επιχειρήσεις που ανέλαβαν να βάλουν στο χαρτί το μήνυμα, με τρόπο εύληπτο, αποτελεσματικό και καλαίσθητο.

Η Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε ποτέ μεγάλο κέντρο παραγωγής ελληνικού βιβλίου. Υπήρξαν όμως τυπογράφοι (όταν ακόμη οι τυπογράφοι ήταν ταυτόχρονα και εκδότες) που επιδόθηκαν στην παραγωγή βιβλίων. Άλλοι τύπωναν βιβλία που τα εξέδιδαν οι λίγοι εκδοτικοί οίκοι της Θεσσαλονίκης. Άλλοι τύπωναν φακέλους, επιστολόχαρτα, φυλλάδια, προσκλήσεις, επισκεπτήρια, κάρτες, αφίσες, προκηρύξεις, ετικέτες και ότι άλλο κατά καιρούς θέλανε οι πελάτες τους.

Για τα παλιότερα τυπογραφεία της Θεσσαλονίκης υπάρχει μια μικρή βιβλιογραφία. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει εκδώσει Τα ελληνικά τυπογραφεία της Θεσσαλονίκης επί Τουρκοκρατίας : (1850-1912), Βιβλιοπωλείο Ραγιά, Θεσσαλονίκη 2000. Το ίδιο θέμα απασχόλησε τον Χαράλαμπο Κ. Παπαστάθη στο άρθρο του «Τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία της Θεσσαλονίκης», Μακεδονικά, τ. 8 (1968), σ. 239-256. Εμείς θα περιηγηθούμε σε νεότερα τυπογραφεία.

Στον Ντίνο Χριστιανόπουλο οφείλουμε επίσης τη μοναδική εξ όσων γνωρίζουμε καταγραφή της βιβλιογραφίας των ελληνικών εκδόσεων που τυπώθηκαν στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1912-1961 (Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Εκδόσεις» στο Αλέξανδρος Ν. Λέτσας (επιμ.), Θεσσαλονίκη 1912-1962, Επιτροπή Εορτασμού Πεντηκονταετηρίδος Απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1962, σσ. 489-527). Στην καταγραφή, που δεν συμπεριλαμβάνει τα ξενόγλωσσα έντυπα (στα λαντίνο, εβραϊκά, τουρκικά, βουλγαρικά, γαλλικά) και που είχε τότε περιοριστεί μόνο στις συλλογές της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, εμφανίζονται συγκεντρωτικά στοιχεία για τους εκδοτικούς οίκους και τα τυπογραφεία της πόλης. Ο Χριστιανόπουλος σχολιάζει ότι είναι θλιβερό που δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για τα τυπογραφεία της πόλης ο αριθμός των οποίων εκείνη τη στιγμή ξεπερνάει τα 65.

Στον Μέγα Οδηγό Θεσσαλονίκης και Περιχώρων 1932-1933 με διευθυντή τον Γ. Χ. Γαβριηλίδη συναντάμε 42 τυπογραφεία, με τα περισσότερα από αυτά να βρίσκονται στο κέντρο της πόλης. Συναντάμε ακόμη 7 λιθογραφεία.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1937-1938, στον ίδιο οδηγό που έχει μετονομαστεί σε Μέγα Οδηγό Βορείου Ελλάδος Θεσσαλίας-Μακεδονίας-Θράκης με διευθυντή πάλι τον Γαβριηλίδη που όμως είχε επιλέξει τον καλλιτεχνικό Γαβ-Γαβ ο αριθμός των τυπογραφείων ανεβαίνει στα 53 ενώ αυτός των λιθογραφείων μειώνεται στα 5.

Ας επανέλθουμε όμως στην καταγραφή του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Τα πλέον παραγωγικά από άποψη εκδόσεων τυπογραφεία είναι με διαφορά δύο. Αυτά του Νίκου Νικολαΐδη και του Μιχ. Τριανταφύλλου. Χρειάζεται βέβαια περισσότερη έρευνα για να καταλήξουμε σε ομαδοποιήσεις των τυπογραφείων με βάση την παραγωγή τους ή σε άλλα χρήσιμα συμπεράσματα.

Ο Μιχαήλ Τριανταφύλλου ίδρυσε το τυπογραφείο και βιβλιοπωλείο του το 1909. Μια σύντομη ιστορία της επιχείρησης, η οποία κάποια στιγμή χωρίστηκε στα δύο (μία επιχείρηση γραφικής ύλης και μία εκτυπώσεων) μπορείτε να δείτε εδώ.

Ο εκδοτικός οίκος του Μ. Τριανταφύλλου ή Μ. Τριανταφύλλου και Σία και μετέπειτα Μ. Τριανταφύλλοι και Υιοί έδρευε το 1932 στην οδό Ερμού 41. Από επιστολή της εταιρείας το 1933 προς τον Στίλπωνα Κυριακίδη, αντιπρύτανη τότε του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πληροφορούμαστε ότι ο εκδοτικός οίκος ετοιμαζόταν να συμμετέχει στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 1933 και ότι ετοίμαζε ειδικό τιμοκατάλογο. Έξι χρόνια μετά ο οίκος έχει μετακομίσει στο 29 της οδού Αριστοτέλους. Το τυπογραφικό για το περιοδικό Λαογραφία θα κόστιζε 1000 δραχμές. Η επιχείρηση το 1950 εδρεύει στην οδό Αριστοτέλους 31. Η επιχείρηση είχε ποικίλη δράση με τμήματα βιβλιοπωλείου, χαρτοπωλείου, εργοστασίου τυπογραφίας και βιομηχανίας χάρτου, βιβλιοδετείου και ειδών γραφείου.

Από τον Μέγα Οδηγό Θεσσαλονίκης, 1932-1933, τον οποίο τύπωσε ο Μ. Τριανταφύλλου.
Αρχείο Στίλπωνα Κυριακίδη, υποφάκελος 2.1
Αρχείο Στίλπωνα Κυριακίδη, υποφάκελος 2.1
Νεώτατος και πληρέστατος οδηγός Θεσσαλονίκης, προαστείων-συνοικισμών 1950, έκδοσις Γαβ Γαβριηλίδου, τύποις Μ. Τριανταφύλλου

Χαρτεμπορική επιχείρηση η οποία ήταν ταυτόχρονα τυπογραφείο, χαρτοπωλείο, βιβλιοπωλείο, βιβλιοδετείο, φακελλοποιείο και σφραγιδοποιείο ήταν ο Ερμής. Σε επιστολόχαρτο του 1941 εμφανίζονται τα ονόματα των ιδιοκτητών (Γουσίδης, Ξενοφωντίδης, Αγγέλου). Ο Ερμής δέσποσε για πολλά χρόνια κυρίως ως χαρτοπωλείο και δεν ασχολήθηκε με την εκτύπωση βιβλίων. Η επιχείρηση έδρευε στο 10 της οδού Ίωνος Δραγούμη όπου μέχρι σήμερα στέκει η μεγάλη ταμπέλα της επιχείρησης με την κεφαλή του θεού.

Μακεδονικόν Ημερολόγιον Σφενδόνη 1950

Ο εκδοτικός και τυπογραφικός οίκος Καστρινάκη – Γεωργαντά ιδρύθηκε το 1914. Μέχρι το 1954 σύμφωνα με την καταγραφή του Χριστιανόπουλου ήταν ακόμη ενεργός.

Μακεδονικόν Ημερολόγιον Σφενδόνη 1949
Ο εκδοτικός και τυπογραφικός οίκος Καστρινάκη-Γεωργαντά.
Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος, 1821-1921: η «χρυσή βίβλος» της Ελλάδος, Τόμος Ζ΄, Ναυτιλία, Βιομηχανία, Εμπόριον, Εν Αθήναις 1928

Το τυπογραφείο Σπύρου Σύρου βρισκόταν στην οδό Ασκητού 58. Ο Χριστιανόπουλος δίνει την πρώτη του έκδοση το 1931. Εμείς όμως το συναντάμε από το 1927 και μάλλον είναι αρκετά παλιότερο.

Ιωάννου Βέκρη, Εμπορικόν εγκόλπιον Μακεδονίας-Θράκης 1927, τύποις Σύρου, Θεσσαλονίκη
Από τον κολοφώνα του βιβλίου. Ο καλλιτέχνης Νίκος Ζλατάνος εμφανίζεται και ως τυπογράφος με δικό του τυπογραφείο.

Στην οδό Ασκητού 12 έδρευε και το τυπογραφείο του Χρήστου Γούσιου. Πρόκειται για ένα από τα παλιότερα τυπογραφεία της Θεσσαλονίκης. Ο Αστέριος Γούσιος (1862-1920) ίδρυσε το πρώτο τυπογραφείο της πόλης των Σερρών. Στη συνέχεια ο γιος του, Χρήστος, ανοίγει ταυτόχρονα με το τυπογραφείο των Σερρών ένα τυπογραφείο στο Καπάνι, στη Θεσσαλονίκη. Η επιχείρηση μακροημέρευσε και συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα σε εγκαταστάσεις στο Ωραιόκαστρο. Εκεί, η οικογένεια Γούσιου διατηρεί με ίδιες δυνάμεις και προσωπικό κόπο μια σημαντική συλλογή τυπογραφικών μηχανημάτων και τυπογραφικών στοιχείων καθώς και αρχείο της λειτουργίας της. Για περισσότερα εδώ.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Το τυπογραφείο Βαφειάδης και Σία. Τύπωσε το 1945 το Θανάσης Φωτιάδης, Αντίσταση, ποιήματα.

Νεώτατος και πληρέστατος οδηγός Θεσσαλονίκης, προαστείων-συνοικισμών 1950, έκδοσις Γαβ Γαβριηλίδου, τύποις Μ. Τριανταφύλλου
Από τον κολοφώνα του βιβλίου.

Το τυπογραφείο Οδυσσέως Θεοδωρίδου που μετονομάστηκε αργότερα σε Κορνηλίου Θεοδωρίδη έφερε την επωνυμία «Καλλιτεχνικόν». Εδώ έκδοση του 1935.

Από την σελίδα τίτλου του βιβλίου

Το τυπογραφείον, βιβλιοδετείον, σφραγιδοπωλείον και χαρτοπωλείον Πασχάλη Καλκασίνα. Το 1950 βρίσκεται στη Νέα Ερμού (Ερμού) 50.

Μέγας Οδηγός Βορείου Ελλάδος Θεσσαλίας-Μακεδονίας-Θράκης 1937-1938, εκδόσις Γαβ-Γαβ, τύποις Μ. Τριανταφύλλου

Τα τυπογραφεία που παρουσιάσαμε μέχρι τώρα χρησιμοποιούσαν την παραδοσιακή τυπογραφία. Στην πόλη όμως κάνουν την εμφάνιση τους, από τον Μεσοπόλεμο κιόλας, νέες τεχνικές με κυριότερη την offset εκτύπωση. Μεταπολεμικά τα τυπογραφεία παύουν οριστικά να έχουν ρόλο εκδότη. Πολλά εκσυγχρονίζονται και εντάσσονται σταδιακά στις υπηρεσίες μιας ολοένα διογκούμενης βιομηχανίας διαφήμισης και συσκευασίας.

Οδηγός Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, 1936.
Αρχείο Κάρολου Τσίζεκ, υποφάκελος 70.2
Αρχείο Κάρολου Τσίζεκ, υποφάκελος 70.2
Αρχείο Κάρολου Τσίζεκ, υποφάκελος 70.2

Αφήσαμε για το τέλος το τυπογραφείο του Νίκου Νικολαΐδη, για το οποίο έχουμε ξαναμιλήσει σε αυτό το blog. Ο Νίκος Νικολαΐδης (1907-2003) μαθήτευσε στο τυπογραφείο του πατέρα του Χρήστου που και αυτός είχε μαθητεύσει σε ένα από τα τυπογραφεία Ακουαρόνι επί Τουρκοκρατίας. Ο Ν. Νικολαΐδης σπούδασε δύο χρόνια στο Παρίσι στη σχολή τυπογραφίας Firmin Didot. Το 1931 άνοιξε δικό του τυπογραφείο. Μόνιμος συνεργάτης του Ντίνου Χριστιανόπουλου και του Κάρολου Τσίζεκ, ο Νικολαΐδης τύπωσε το σύνολο των έργων που έβγαλε η Διαγώνιος. Περιγράφεται ως σχολαστικός και δύστροπος αλλά ιδιαίτερα ικανός στη δουλειά του.

Οδηγίες του Κάρολου Τσίζεκ προς τον Νίκο Νικολαΐδη για την εκτύπωση του βιβλίου του Γιώργου Θέμελη, Η Μόνα παίζει, Θεσσαλονίκη 1961. Αρχείο Κάρολου Τσίζεκ, υποφάκελος 3.4

Εκτός από λογοτεχνικά, τύπωνε κυρίως επιστημονικά βιβλία καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Για τον Νικολαΐδη έχει γράψει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ο τυπογράφος Νίκος Χρ. Νικολαΐδης (1907-2003) και το τυπογραφείο του (1931-1994)», Εντευκτήριο, τχ 63 (Δεκ 2003), σσ. 125-128 και ο Κάρολος Τσίζεκ, «Ο τυπογράφος με τα βελούδινα μάτια», Εντευκτήριο, τχ. 63 (Δεκ 2003), σσ. 129-134. Στο άρθρο του Ν. Χριστιανόπουλου παρατίθενται τρεις φωτογραφίες του Ν. Νικολαΐδη που τραβήχτηκαν από τον Νώντα Στυλιανίδη και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και σε αυτό του Κ. Τσίζεκ παρατίθεται μια φωτογραφία του Ν. Νικολαΐδη στο ισόγειο του τυπογραφείου του που τραβήχτηκε από τον Ανδρέα Σφυρίδη, Ο Κ. Τσίζεκ γράφει ότι και ο ίδιος φωτογράφισε το τυπογραφείο. Ιδού κάποιες από αυτές, όλες από τον φάκελο 92 του αρχείου του.

Εργάτης του τυπογραφείου σε ώρα δουλειάς.
Ο Νίκος Νικολαΐδης μπροστά στην τυπογραφική μηχανή.

Στην τελευταία φωτογραφία, πίσω και αριστερά από τον Νικολαϊδη διακρίνεται ένα κάδρο. Εικάζουμε ότι πρόκειται για την χαλκογραφία που απεικονίζει τον Γουτεμβέργιο να παρουσιάζει τον καρπό της δουλειάς του σε έναν πελάτη την οποία περιγράφει ο Κ. Τσίζεκ στο άρθρο του.

Γυρίζουμε λοιπόν εκεί που ξεκινήσαμε.

Κι επειδή τα τυπογραφεία δεν ήταν μόνο οι ιδιοκτήτες τους παραθέτουμε ένα έγγραφο της Ενώσεως Εργατών Τυπογράφων Θεσσαλονίκης. Στο έγγραφο (βρέθηκε στη Βίλα Καπαντζή, προερχόταν μάλλον από την Επιτροπή Διαχείρισης Αμερικανού Εράνου Περιθάλψεως και στάλθηκε στο Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τραπέζης στην Αθήνα) το σωματείο, δύο μήνες μετά την κατάληψη της πόλης, ζητάει βοήθεια για τα μέλη της τα οποία είχαν βρεθεί σε δεινή οικονομική θέση λόγω του κλεισίματος των εφημερίδων και του σταματήματος των εργασιών των εκδοτικών και εμπορικών επιχειρήσεων.

Ανάμεσα στους εργάτες του καταλόγου βρίσκονταν αρκετοί Εβραίοι. Πολλούς από αυτούς θα ζούσαν λίγο ακόμη στην πόλη. Ο διωγμός τους από τις ναζιστικές αρχές κατοχής θα σήμαινε για τους περισσότερους τη φυσική εξόντωσή τους. Ο γραφειοκρατικός μηχανισμός αλλά και η ιδεολογία που γέννησε το τέρας που τους εξόντωσε βασίστηκε κι αυτός στη μεγαλοφυΐα του Γουτεμβέργιου. Απλά σημειώνουμε.

Η σφραγίδα της Ενώσεως Εργατών Τυπογράφων Θεσσαλονίκης με τον Γουτεμβέργιο στο κέντρο

Με θερμές για καλό Πάσχα και ακόμη καλύτερο καλοκαίρι.

Γιώργος Κουμαρίδης

Το παπί και η πίτσα.

Το παπί και η πίτσα.

Η σημερινή ανάρτηση ίσως ξενίσει πολλούς. Η ενασχόληση με κάτι το τόσο εφήμερο. Η σκέψη για αυτήν υπάρχει καιρό (με αφορμή την πανδημία) η ακρόαση όμως του παρακάτω τραγουδιού επέσπευσε τις διαδικασίες και μου θύμισε μια συλλογή τεκμηρίων που έχουμε στο ΕΛΙΑ στη Θεσσαλονίκη και που για καιρό δεν ήξερα τι να την κάνω.

Το delivery ή η παράδοση κατ’ οίκον (καθώς έχουν υπάρξει και έντονες γλωσσολογικές διαμάχες πάνω στο ζήτημα) υπάρχει στην Ελλάδα πολλά χρόνια. Αρχικά ως υπηρεσία του μπακάλη (να θυμηθούμε εδώ τον Ζήκο) προς τα καλά αστικά σπίτια. Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του 1980 εικάζω (δεν εντόπισα κάποιο χρονολογημένο τεκμήριο οπότε αν κάποιος από τους αναγνώστες έχει γνώση ας μας φωτίσει) ως παράδοση μαγειρεμένου φαγητού στο σπίτι.

Η αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων μαζί με μια σειρά αλλαγών στην ελληνική οικογένεια που ήρθαν τη δεκαετία του 1980 έφεραν στο προσκήνιο το φαστφουντάδικο και την πιτσαρία ως ένα χώρο αυτόνομης, βολικής, διαφορετικής εστίασης. Βόλτα της νεανικής παρέας ή οικογενειακή έξοδος. Μαζί όμως ή λίγο πιο μετά ήρθε και η παράδοση κατ’ οίκον. Νομίζω ότι αρχικά ξεκίνησε από τις πιτσαρίες και σταδιακά επεκτάθηκε και σε άλλους κλάδους της γρήγορης εστίασης: σουβλατζίδικα, κρεπερί και τοστάδικα, ψησταριές, ταβέρνες, εστιατόρια. Η διαδρομή γνωστή. Επιχείρηση συνοικιακή (υπήρξαν σταδιακά και μεγάλες αλυσίδες), φυλλάδια, φίλοι στο σπίτι, φυλλάδια, ευκολία για τη νοικοκυρά, φυλλάδια, παιδιά που δεν τρώνε, φυλλάδια, φοιτητές και φοιτήτριες, φυλλάδια, ποδόσφαιρο και ταινίες (στη δεκαετία του 1980 βίντεο), φυλλάδια.

Είμαστε μάλλον ακόμα στην αρχή. Το δεύτερο είναι από το 1986.
Μικρών διαστάσεων, χωρίς εικόνες με σχετικά περιορισμένες επιλογές.
Και βέβαια τονίζεται ότι έρχεται σπίτι χωρίς επιβάρυνση.
Έχουν αρχίσει και οι προσφορές.
Εδώ το μέγεθος περιορίζεται. Μία κάρτα. Πλαστικοποιημένη όμως, με χρήσιμα τηλέφωνα στην πίσω όψη της.
Οι χορτοφάγοι ενσωματώνονται στον κατάλογο.
Οι τίτλοι είναι στα ιταλικά (με κάποιες εξαιρέσεις). Οι επιλογές σαφώς περισσότερες και ο ιταλικός χαρακτήρας υπερτονίζεται. Σημειώνω την πρωτοτυπία στην εκτύπωση: ειδικό σχήμα για να κρεμιέται το φυλλάδιο στην πόρτα.
Πολλά χρώματα και άλλο σχήμα. Και πλέον η προσφορά 2+1.

Νέοι παίχτες. Για όλα τα γούστα.
Πιο εκλεπτυσμένο, με πολλές επιλογές και χρήση του παρελθόντος. Το συγκεκριμένο είναι τετράπτυχο μεγάλων διαστάσεων.

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε και η δίαιτα κατ΄οίκον.
Εδώ οι επιλογές αυξάνονται ενώ ενσωματώνεται και η στάση στο περίπτερο (με κάποιο κόστος βέβαια).

Ενώ εμφανίζονται και οι πρώτες εταιρείες ταχυμεταφορών.

Και βέβαια παπί, παπάκι, μηχανάκι, σκουτεράκι.

Ένας μεγάλος κύκλος οικονομίας με ενδιάμεσο τον δίτροχο εργαζόμενο. Το «παιδί». Τον ντελιβερά. Τον διανομέα. Μια δουλειά εκτεθειμένη σε σωρό δυσκολίες και κινδύνους, υποτιμημένη, συχνά χωρίς ένσημα και εξοπλισμό, και κακοπληρωμένη. Μια δουλειά όμως προσβάσιμη που μαζί ίσως με τα φιλοδωρήματα δίνει ένα εισόδημα. Μια δουλειά για κάποιους ευκαιριακή, για άλλους ένας τρόπος συμπληρωματικού εισοδήματος και για κάποιους άλλους κύρια εργασία. Ο επαγγελματίας διανομέας. Που μετά από πολλά χρόνια κατάφερε να οργανωθεί και να διεκδικήσει μέσω αγώνων και σωματείων.

Που μετά από πολλά χρόνια έγινε πιο αναγκαίος καθώς όλα και όχι μόνο το φαγητό (καφέδες, τσιγάρα, ψιλικά, εμπορεύματα) πλέον παραδίδονται στο σπίτι. Και που πλέον δεν δουλεύει συχνά για ένα μαγαζί αλλά για μια επιχείρηση που προσφέρει μέσω μιας ψηφιακής πλατφόρμας φαγητό αλλά και μια πληθώρα άλλων προϊόντων από εκατοντάδες μαγαζιά διασκορπισμένα μέσα στις πόλεις μας.

Η σύνδεση με την εποχή αυτονόητη. Οικονομία, εργασία, κοινωνία, τεκμήρια. Μόνο που τα τελευταία χάνουν σταδιακά την υλική τους υπόσταση. Η παραγγελία πλέον γίνεται με ψηφιακά μέσα και οι είσοδοι των πολυκατοικιών χάνουν σιγά-σιγά το χαρτομάνι τους.

Γιώργος Κουμαρίδης

Υ.Γ. Ευχαριστίες στον Α. Καραθανάση για τη δωρεά. Στον Κωνσταντίνο Ιωάννου για το μοίρασμα των εφηβικών αναμνήσεων και για έναν αγώνα. Στην Δήμητρα Κόφτη και τον Δημήτρη Χαριτάτο για την πλάκα και το υλικό. Βοηθητικό στάθηκε το: Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Πίτσα» στο Βασίλης Βαμβακάς, Παναγής Παναγιωτόπουλος (επιστημονική επιμέλεια), Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό, Επίκεντρο, 2η έκδ. , Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 459-461.